διαμοιράομαι

διαμοιράομαι
δια-μοιράομαι (μοῖρα): portion out, Od. 14.434†.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”